Δεν είναι εύκολο να γράψω για τον Γκάλη. Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Και δεν με προβληματίζει το ότι εύκολα μπορεί να γλιστρήσω στα τετριμμένα κλισέ. Άλλωστε για τον Γκάλη ότι αποθεωτικό και να κατεβάσει η γκλάβα μου και να αραδιάσω στο Word πάλι λίγο θα είναι. Η δυσκολία του εγχειρήματος ξεκινάει από την ανάγκη να απαντηθεί η απλή ερώτηση: Τι είναι ο Γκάλης;

Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό όταν ακούω το όνομα Γκάλης είναι οι ατέλειωτες ώρες μπροστά από την τηλεόραση να τον βλέπω να κάνει τα αεροπλανικά του, να «ελίσσεται», να κάνει σπασίματα μέσης και όλα τα σχετικά. Απόλαυση, δέος, θαυμασμός. Είναι η αυτοκρατορία του Άρη. Είναι το έπος του 87 (αλλά και του 89). Είναι η πανευρωπαϊκή υπόκλιση στον κοντό Έλληνα μάγο με τα απίστευτα αθλητικά προσόντα (μυϊκό σύστημα που σήκωνε πολυκατοικία όπως είχε γράψει ο Ραμπότας στο βιβλίο του), την φοβερή οξυδέρκεια και την απίστευτη τεχνική. Αλλά ήταν μόνο αυτά που με έκαναν να δακρύσω από συγκίνηση την πρώτη φορά που τον είδα από κοντά στο κλειστό της Γλυφάδας; Δε μπορεί να ήταν μόνο αυτό. Ο Νίκος Γκάλης δεν είναι μόνο τα αθλητικά κατορθώματα και οι επιτυχίες… Ήταν κυρίως ο αντίκτυπος που αυτές είχαν.

Όταν ήμουν πιο μικρός μου ήταν αδύνατον (όπως και σε κάθε παιδί) να δω τι κρύβεται πίσω από την επιτυχία. Έβλεπα τον Γκάλη κι έλεγα «ο Γκάλης». Ήταν απλά κάποιος πολύ καλύτερος από όλους τους υπόλοιπους. Το πώς είχε γίνει τόσο καλός δεν με είχε απασχολήσει ποτέ. Μέχρι που μια μέρα έμαθα το “μυστικό” από έναν οικογενειακό φίλο Θεσσαλονικιό (και άρρωστο ΠΑΟΚτζή). Η κουβέντα αφορούσε τον Γκάλη και την διαφορά του από τους υπόλοιπους Έλληνες και ειδικά τον Φασούλα (είπαμε, ΠΑΟΚτζής ο φίλος). Η εξήγηση που έδωσε για την ανωτερότητα του Γκάλη ήταν απλή: «Γιατί όταν ο Φασούλας», είπε, «ασχολιέται με τον συνδικαλισμό ο Γκάλης τρέχει γύρω γύρω το Καυτατζόγλειο». Αυτή η κουβέντα ήταν αρκετή για να καταλάβω… Ο Γκάλης δεν ήταν η κλασική περίπτωση αθλητή που ξεχώριζε αποκλειστικά με το (αστείρευτο) ταλέντο του. Πάνω απ’όλα ήταν ένας άνθρωπος με προσωπική αυταπάρνηση και απερίγραπτη θέληση να βελτιωθεί. Και αυτό μεταφραζόταν σε ατέλειωτες ώρες προπόνησης καθημερινά,  ατέλειωτα χιλιόμετρα στίβο, ατέλειωτα βάρη, ατέλειωτα σουτ. Από εκείνη τη στιγμή ο Γκάλης αναβαθμίστηκε στην συνειδήσή μου από «απίστευτος παιχταράς» σε «πρότυπο ζωής» και υπό το πρίσμα πλέον μέτραγα τα πάντα που τον αφορούσαν. Και εκτίμησα πολλά πράγματα. Εκτίμησα την ηχηρή του απουσία από κάθε μορφή ξιπασμένης επίδειξης (ο Γκάλης επιδεικνυόταν πάντα εκεί που είχε πραγματική σημασία), εκτίμησα την ισχυρή του θέση να μην συμμετέχει στα κοινά (ο Γκάλης δεν θα έκανε ποτέ τους συμβιβασμούς που απαιτεί πχ μια πολιτική καριέρα) και φυσικά εκτίμησα την απόφασή του να δουλέψει με τα παιδιά στα camp (άλλωστε και σαν ενεργός αθλητής μας εκπαίδευε καθημερινά με τον τρόπο του).

Καθώς μεγάλωνα άρχιζα να αντιλαμβάνομαι ακόμα περισσότερα πράγματα. Και καθώς οι αναμνήσεις του παρελθόντος επανέρχονταν στην μνήμη ανακάλυπτα πράγματα που παλιότερα δεν τα έβλεπα. Και μέσα από αυτά συνειδητοποιούσα ακόμα καλύτερα το μεγαλείο του Νίκου Γκάλη. Όπως για παράδειγμα εκείνος ο Σεπτέμβρης… Σχολιαρόπαιδο τότε γύρισα από τις καλοκαιρινές διακοπές και τι να δω; Στο προαύλιο του σχολείου υπήρχαν μπασκέτες και γραμμές ρακέτας και τριπόντου! Ένα κανονικό γήπεδο μπάσκετ! Σεπτέμβρης του ’87. Τυχαίο; Δε νομίζω… Τα επόμενο χρόνια όλες οι αλάνες (αυτοσχέδια ποδοσφαιρικά γήπεδα της εποχής) άρχισαν να μετατρέπονται σε ωραιότατα περιποιημένα μπασκετικά γήπεδα. Όσο για τα (μέχρι τότε μάλλον μίζερα και εγκαταλελειμμένα) γήπεδα μπάσκετ με τα σκισμένα διχτάκια ξαφνικά σα να τους άγγιξε η νεράιδα με το μαγικό ραβδάκι. Εξέδρες από δω, επεκτάσεις από κει, χαμός. Η ραγδαία εξάπλωση του μπάσκετ είχε άμεσο αντίκτυπο τόσο αθλητικό όσο –και κυρίως- κοινωνικό. Δεν είναι μόνο ότι έκανε τον αθλητισμό μέρος του τρόπου ζωής των Ελλήνων με αποτέλεσμα από τότε μέχρι σήμερα να βγαίνουν συνεχώς πρωταθλητές. Είναι ακόμα περισσότερο ότι στην όψη της μπασκέτας η «παρακατιανή» Ελλάδα βρήκε ένα σύγχρονο τσαρούχι. Ένα σύμβολο που να της αποτάσσει το αίσθημα κατωτερότητας και να  δίνει την δυνατότητα να θεωρήσει εαυτόν (τουλάχιστον) ισάξιο των ευρωπαίων… Αυτό είναι το μεγάλο κληροδότημα του Νίκου Γκάλη στην ελληνική κοινωνία.

Αυτός είναι και ο λόγος που τον Νίκο Γκάλη τον ξέρει και τον θυμάται και τον ΣΕΒΕΤΑΙ ακόμα και σήμερα και ο τελευταίος κάτοικος αυτής της χώρας. Αυτός είναι ο λόγος που τον Γκάλη με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τον ξέρουν ακόμα και αυτοί που ήταν αγέννητοι τότε. Αυτός είναι ο λόγος που το 2007 στο ΟΑΚΑ 15.000 Έλληνες (και είμαι σίγουρος πολλές χιλιάδες ακόμα στις τηλεοράσεις τους) σηκώθηκαν όρθιοι εντελώς αυθόρμητα να χειροκροτήσουν και να τον αποθεώσουν.

Οπότε τελικά τι είναι ο Γκάλης; Δεν είναι απλά ένας πολύ πετυχημένος αθλητής. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που άλλαξε τις ζωές μας προς το καλύτερο. Είναι πηγή έμπνευσης, είναι πρότυπο ζωής. Ασυμβίβαστος, αξεπέραστος, ανίκητος.

Μεγάλε Νικ να σε έχει πάντα καλά ο Θεός. Σου χρωστάμε πολλά.

ΥΓ. Τώρα πλέον ξέρετε γιατί στην ερώτηση «Διαμαντίδης ή Γκάλης» γελάω ειρωνικά και δεν κάνω καν τον κόπο να απαντήσω.

ΥΓ2. Είναι δεδομένο ότι το όνομα του πρέπει να δοθεί σε ένα γήπεδο. Το Αλεξάνδρειο είναι το γήπεδο στο οποίο μεγαλούργησε αλλά είναι σημαντικό ότι προϋπήρχε του Γκάλη. Αντίθετα το κλειστό γήπεδο μπάσκετ του ΟΑΚΑ δεν θα υπήρχε ποτέ αν δεν υπήρχε ο Γκάλης. Αυτό το γήπεδο αποτελεί το απόλυτο σύμβολο της ακμής του ελληνικού μπάσκετ και ΠΡΕΠΕΙ να πάρει το όνομά «Νίκος Γκάλης».

ΥΓ3. Συγχαρητήρια στον Άρη και τους οπαδούς του για την σημερινή γιορτή.